γλυκερόχρως

γλῠκερό-χρως, ωτος, , ,
A with sweet skin, AP7.207 (Mel.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλυκερόχρως — ( ωτος), ο, η (Α) αυτός που έχει γλυκό, απαλό δέρμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < γλυκερός + χρως < χρως ( ωτός) «δέρμα, επιδερμίδα»] …   Dictionary of Greek

  • γλυκερόχρως — with sweet skin masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.